Reviews Interstellar

21 Νοεμβρίου 2014 |

0

Interstellar

Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν

Παίζουν: Μάθιου ΜακΚόναχι, Άν Χάθαγουεϊ, Τζέσικα Τσάστεϊν, Μάικλ Κέϊν

Διάρκεια: 169′

Εντάξει, οι περισσότεροι παραληρούν, θαυμάζουν, υποκλίνονται. Αρέσει ο Νόλαν πάρα πολύ. Είναι γνωστό. Και βέβαια υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό, που στέκουν απολύτως. Υπάρχουν κι άλλοι που δεν στέκουν όμως. Ή τουλάχιστον δεν είναι επαρκείς για να δικαιώσουν τον χαμό που γίνεται με την πάρτη του. Η μανία με τον Νόλαν, η θρησκευτική λατρεία που του επιφυλάσσουν οι πιστοί του είναι ένα φαινόμενο της εποχής. Απολύτως εξηγήσιμο. Ζούμε σε καιρούς που έχουν ανάγκη από σωτήρες και μεσσίες, όλων των ειδών. Η εποχή μας, επίσης, είναι φτωχή, πρέπει να της προσδώσουμε αίγλη με κάθε τρόπο. Ανασκαλεύουμε τον σωρό των πολιτιστικών προϊόντων για να ανακαλύψουμε τους μεγάλους που μας αναλογούν. Το θεωρούμε αναφαίρετο δικαίωμά μας να διαθέτουμε κι εμείς τους μεγάλους μας στην τέχνη. Να πιστεύουμε κάπου. Η τέχνη, άλλωστε, είναι μια μορφή θρησκείας. Ξεκάθαρα. Ακόμα και η κοινωνική λειτουργία της είναι παρόμοια.

Η τέχνη προσφέρει επίσης ένα είδος μεταφυσικής παρηγοριάς. Δέχεται στους κόλπους της, την απογοήτευση μας από το υπάρχον και προσφέρει μια εναλλακτική. Αν η θρησκεία μας θεμελιώνει οντολογικά (με τρόπο μυστικιστικό και απολύτως αυθαίρετο), η τέχνη μας κρατά όρθιους τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υφίσταται, ουσιαστικά, κανένα θεμέλιο στην περίπτωσή μας. Όπως κι η θρησκεία, όμως, περνάει τις φάσεις της παρακμής της. Διασπάται το ποίμνιό της, χάνει την επιρροή της, ο κόσμος αμφισβητεί, ζητά απαντήσεις, δεν αρκείται στα μισόλογα. Εκεί, λοιπόν, είναι που οι φανατικοί (ίσως αυτοί που, σε τελική ανάλυση, πιστεύουν λιγότερο από τους άλλους) περνάνε στην επίθεση. Πωρώνονται, φωνασκούν, γίνονται άτεγκτοι. Με λίγα λόγια πιο σίγουροι. Κάπως έτσι, αρκεί να αναφωνήσει κάποιος «ιδού ο Θεός» για να τον δουν όσοι τον έχουν ανάγκη. Αυτή είναι η περίπτωση με τον Νόλαν.

Είναι ασήμαντος ο Νόλαν, κάποιος τυχαίος; Κάθε άλλο. Πρόκειται για έναν σκηνοθέτη φοβερά ικανό. Είναι όμως εξ αυτού και μεγάλος; Με την έννοια που αποδίδουμε τον χαρακτηρισμό στους πραγματικά σπουδαίους δημιουργούς; Νομίζω όχι. Ή τουλάχιστον, προσωπικά, δεν το βλέπω έτσι. Τα πάντα είναι θέμα γούστου, δεν διεκδικώ κανένα αλάθητο. Άλλωστε ο Νόλαν με πείθει ως τεχνίτης. Όταν απευθύνεται στο γούστο μου, όμως, στην κοσμοθεωρία μου, δεν με αφορά. Με ενοχλεί ο υπερφίαλος μεγαλοϊδεατισμός του, η κοντόφθαλμη (και εντελώς μανιχαϊστική) ηθική του, ο –γνήσια αμερικάνικος κι ας είναι Βρετανός- συντηρητισμός του. Ο Νόλαν είναι filmmaker, απόλυτα οργανωμένος και δουλευταράς, πλάθει κόσμους που βρίθουν λεπτομερειών, που μαρτυρούν την ποιότητα της εργασίας του. Κατασκευάζει σύμπαντα, προσέχει τα πάντα, φροντίζει το υλικό του, το στιλβώνει, το ξεσκονίζει, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Θέλει να είναι ο θεός του κόσμου του.

Κάθε καλλιτέχνης, θα μου πεις, γι’ αυτό φτιάχνει την περιοχή του και την κατοικεί. Εδώ είναι η ένστασή μου. Δεν πιστεύω ότι είναι καλλιτέχνης. Παραείναι καθαρές οι ιδέες του, γι’ αυτό ίσως γοητεύει τις μάζες. Είναι ο καλός μαθητής που μελετάει κι αποδίδει. Ισορροπημένος μέχρι εξαντλήσεως, μου φαίνεται νευρωτικός στην τελειομανία του. Είναι χολιγουντιανός σε όλα του, διασκεδαστής, έξυπνος, πολύ σοβαρός, πολύ πεπεισμένος ότι τον χρειαζόμαστε. Βγάζει μάτι αυτό. Στο Inception πήγε να μας ξεγελάσει, η πρόθεση έμοιαζε καλλιτεχνική. Ήταν σκοτεινό το «Inception», τραυματισμένο, «ανισόρροπο», είχε κάτι δυσοίωνο να πει. Μόνο φαινομενικά όμως. Ο ήρωάς του ίσως συγκέντρωνε αυτά τα χαρακτηριστικά, ο ίδιος ο Νόλαν, πίσω απ’ όλα αυτά, αγέρωχος, με μια ολύμπια ψυχραιμία, απόλυτος κυρίαρχος της περίπλοκης ιστορίας που σκάρωσε και των τρόπων εκτύλιξής της, εγκεφαλικός –πάντα-, ρασιοναλιστής, δεν σαλεύει στο ελάχιστο. Τα βάσανα των χαρακτήρων δεν τον αγγίζουν. Αυτός ξέρει τι θέλει να πει και πώς θα το πει. Στο εντελώς αποσεξουαλικοποιημένο σύμπαν της ταινίας του (μιας ταινίας για το υποσυνείδητο και τα όνειρα όπου όλα λειτουργούν ρολόι, σύμφωνα με νόμους, πιο σφιχτά και μηχανοποιημένα κι απ’ ό,τι στην ζωή της εγρήγορσης), η αιτιοκρατία και η τελικότητα έχουν τους πρώτους ρόλους. Τίποτα στην τύχη, καμιά θέση για το πάθος, το απίθανο, την έκπληξη.

Ο ίδιος ο Μπρετόν να ανασταινόταν και να ανάγκαζε τον Νόλαν να χρησιμοποιήσει την αυτόματη γραφή, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ένα υπερρεαλιστικό ποίημα αλλά ένα επιστημονικό δοκίμιο. Δεν τα παρατηρεί κανείς αυτά με την πρώτη, το μοντάζ-πολυβόλο δεν αφήνει χρόνο για παράλληλες σκέψεις. Πρέπει να ακολουθήσεις τον βηματισμό της ταινίας, διαφορετικά χάθηκες. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, όμως, έκαναν το ακριβώς αντίθετο. Επέτρεπαν στον στοχασμό να διακλαδώνεται, προσφέροντας διαρκώς σημεία προς αποκρυπτογράφηση. Η παρέκκλιση επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Καμιά πορεία δεν είναι εξ ορισμού σωστή, ο καθένας διαλέγει τον δρόμο του κι ας οδηγεί σε άλλο προορισμό απ’ αυτόν που είχε ο δημιουργός στο μυαλό του. Ο Νόλαν ενδιαφέρεται για έναν μόνο πολύπλοκο στοχασμό: τον δικό του. Εσύ, ως θεατής, πρέπει απλά να τον παρακολουθήσεις, να τον αποκωδικοποιήσεις, να τον ξεκλειδώσεις. Όμως θα βρεις αυτό που εκείνος έβαλε στην ταινία και μόνο αυτό. Αν λαθέψεις χάθηκες. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις ή ενδεχόμενα. Είναι αυτό που –περισπούδαστα- σκέφτηκε ο Νόλαν και τέρμα!

Η ματαιοδοξία του, είναι επίσης πολύ ενοχλητική. Θέλει να τον προσέξεις. Θέλει να πεις «τι σκέφτηκε/έγραψε/σκηνοθέτησε ο άνθρωπος;!» και να μείνεις με το στόμα ανοιχτό. Πράγμα που συμβαίνει και συχνά δικαιολογημένα. Είπαμε, είναι μάστορας. Αλλά δεν είναι καλλιτέχνης. Επίσης δεν είναι φιλόσοφος κι ας φιλοσοφεί με τον πιο πομπώδη και απλοϊκό τρόπο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Άλλο ένα στοιχείο του που, εικάζω, πως λατρεύουν οι οπαδοί του. Νομίζει ο φανατικός νολανικός πως βγαίνει από την αίθουσα σοφότερος. Για ποιον λόγο να μπει στον κόπο να ανοίξει ένα βιβλίο αφού ο Νόλαν του τα ‘χει κάνει όλα λιανά συνοψίζοντας τα πιο μοδάτα ιδεολογικά ρεύματα σε μια διανοουμενίστικη σούπα που περιλαμβάνει τον Πλάτωνα και τον Καντ για αρχάριους (με το Interstellar περιέλαβε την θεωρητική Φυσική, την κβαντομηχανική και τις σκουληκότρυπες); Ο κινηματογράφος του Νόλαν δεν είναι σκεπτόμενος ακριβώς, είναι επιμορφωτικός. Υπάρχει τεράστια διαφορά.

Νιώθει σαν αποστολή του να εκπαιδεύσει ένα κοινό, συνηθισμένο στο ανεγκέφαλο θέαμα, ταϊσμένο από τη βιομηχανία της μαζικής κουλτούρας μέχρι σκασμού με τόσες αποβλακωτικές αηδίες, μπροστά στις οποίες, είναι λογικό οι δικές του ταινίες να φαίνονται σαν πολύτιμα πολιτιστικά αγαθά που η ανθρωπότητα έχει χρέος να διασώσει για τις επερχόμενες γενιές. Δυστυχώς, το «μεγαλείο» του Νόλαν σ’ αυτές χρωστάει την λαμπρότητά του. Κι ακόμα δεν απαγκιστρώνεται εντελώς απ΄το πλαστικοποιημένο θέαμα που υπερβαίνει με την στοχαστική του επίφαση. Στο Inception δεν χρειάζονταν πολυβόλα και εκρήξεις, μπήκαν όμως, χώρεσαν στα επίπεδα γιατί διαφορετικά το κοινό που πρέπει να ανοίξει τα μάτια του σε κάτι πιο ποιοτικό, θα έμενε έξω από την αίθουσα. Το πιστολίδι ήταν το τυρί στη φάκα. Και οι μάζες το τσίμπησαν. Μήπως τους έκανε κακό; Σίγουρα όχι. Ίσως να έγιναν λίγο πιο επιλεκτικές κι αυτό είναι καλό για το ίδιο το σινεμά, σε τελική ανάλυση. Δεν έγινε όμως κι ο Νόλαν καλλιτέχνης ή μεγάλος δημιουργός. Μην τρελαθούμε.

Σκηνοθετάρα ναι, καμιά αντίρρηση. Έχω ευχαριστηθεί πολλάκις τα κόλπα του επί της οθόνης. Όσο περνάνε τα χρόνια όμως, διαπιστώνει κανείς ότι κι ο ίδιος έχει περί πολλού τον εαυτό του, τον έχει τοποθετήσει σε βάθρο. Προκύπτει σπουδαιοφανής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι καλύτερες ταινίες του, είναι οι πρώτες. Όπου η μεγαλομανία του βρισκόταν εν υπνώσει. Πόσο δύσκολο είναι να πιστέψει κανείς, βλέποντας αυτά που γυρίζει σήμερα, ότι αυτός ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το καταπληκτικό Insomnia, ας πούμε; Είμαι σίγουρος ότι οι φανατικοί ακόλουθοί του, δεν πολυσυμπαθούν αυτό το υπέροχο φιλμ. Είναι λογικό. Δεν θέλουν έναν χαμηλών τόνων αφηγητή που κάνει στην άκρη για να βγουν μπροστά οι σπουδαίοι ηθοποιοί του. Ψάχνουν τον μεσσία τους. Τον σκηνοθέτη-Θεό που θα αμπαλάρει την μέγιστη υπαρξιακή αλληγορία, με σαρωτική δράση, υπερεντυπωσιακά visuals, επιβλητικά σκηνικά και μπόλικες εξυπνακίστικες ανατροπές για να γεμίσουν τρεις ταινίες.

Ο δικός τους Νόλαν, οφείλει να εξηγήσει όλα τα μυστήρια του σύμπαντος, να μιλήσει πολιτικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά και να κάνει (ω μη γένοιτο)μέχρι και ποίηση ανάμεσα στις ανατινάξεις! Με λίγα λόγια, πρέπει να τους πάρει από το χέρι και να τους οδηγήσει μέσα στη νύχτα της εποχής μας, βρίσκοντας πάντα τα ξέφωτα και τα κατάλληλα μονοπάτια. Πρέπει να μοιραστεί μαζί τους το όραμα του, να εμπνεύσει, να δώσει ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, εκτός όλων των άλλων, ο Νόλαν είναι και μέγας ανθρωπιστής, όπως πολλοί εκλεκτοί κριτικοί κινηματογράφου διατείνονται. Ε αυτόν τον χονδροειδέστατο και απολύτως αστήρικτο ανθρωπισμό του είναι που βρίσκω περισσότερο κουραστικό.

Στο Dark Knight τα λέει όλα η σκηνή με τα δύο πλοία, το ένα γεμάτο με κατάδικους και το άλλο με φιλήσυχους νοικοκυραίους. Παρά το μηδενιστικό μανιφέστο που έχει προηγηθεί μέσω του Joker, ο Batman, λόγω της οπτιμιστικής κατάληξης, προκύπτει σωστός, δικαιωμένος. Οι άνθρωποι αξίζουν. Άρα πρέπει να τους συγχωρηθούν τα πάντα. Πρέπει να σωθούν πάσει θυσία. Ακολουθώντας αυτή τη διαπίστωση, φτάνουμε στο Interstellar. Την, ομολογουμένως, πιο συναισθηματική ταινία του. Και σίγουρα την πιο καλλιτεχνική. Εδώ η δράση περιορίζεται στο μίνιμουμ, δίνεται χώρος στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και να μας συγκινήσουν. Ακόμα και τα μαγευτικά visuals της συμπαντικής απεραντοσύνης, δεν μπορούν να επισκιάσουν τον ανθρώπινο παράγοντα. Αυτό που προκαλεί μεγάλη εντύπωση στο Interstellar είναι ότι μια ταινία για το διάστημα, αντί να μας κάνει να νιώθουμε μικροί κι ασήμαντοι (όπως συνέβαινε στο αριστούργημα του Κιούμπρικ με το οποίο δεν βαριούνται να συγκρίνουν –υπερβάλλοντας μέχρι παραληρήματος- την ταινία του Νόλαν), μας φέρνει στο επίκεντρο, κάνει τον Άνθρωπο, μέτρο της ύπαρξης.

Το Είναι, κρέμεται από μας, εξαρτάται από μας, οφείλουμε μόνο να το συνειδητοποιήσουμε για να συμβούν θαύματα. Ό,τι καταδίκασε η μοντέρνα φιλοσοφία, από τον Νίτσε μέχρι τη φαινομενολογία του Χάιντεγγερ και τις θεωρίες του Φουκώ, δηλαδή τον ανθρωπομορφισμό της κλασσικής μεταφυσικής (και της Γλώσσας) που θέλει τον Άνθρωπο, μέριμνα και τελικό προορισμό του παντός, ο Νόλαν το υπερασπίζεται με πάθος. Απορρίπτει τον Θεό βέβαια, την ιδέα κάποιου ανώτερου όντος που βρίσκεται πάνω από μας (κι αυτό είναι προς τιμήν του) αλλά παραλείπει να τονίσει επαρκώς ότι ο Θεός είναι μια ανθρώπινη επινόηση. Κι ότι δεν αρκεί να τοποθετήσουμε τον Άνθρωπο στη θέση του Θεού (πράγμα που έκανε ο Φούερμπαχ κι όλος ο 19ος αιώνας) για να απαλλαγούμε απ’ τις τελεολογικές αυταπάτες μας, αλλά να αναγνωρίσουμε επιτέλους ότι η παρουσία μας στον κόσμο, είναι κι αυτή κατά συμβεβηκός, υπόθεση της τύχης κι όχι αποτέλεσμα της όποιας θέλησης, θεϊκής ή ανθρώπινης. Αυτό ο Κιούμπρικ το άφηνε σοφά να εννοηθεί στο ψυχεδελικό φινάλε του 2001.

Ο Νόλαν, με όλη του την επιστημονική αρματωσιά, το πλήθος των θεωριών που αραδιάζει και την καταφυγή του στη Φυσική, παραμένει αθεράπευτα ρομαντικός και –υποσυνείδητα- θρήσκος! Έχει ανάγκη από Θεό, έστω και με ανθρώπινη μορφή. Αγαπάει υπερβολικά τους ανθρώπους για να κάνει μια ταινία υπερβατική, όπως ήταν το 2001. Έφτιαξε, όμως, ένα εξαιρετικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, όλα κι όλα, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο (λίγο παραπάνω sci-fi να έχεις δει στη ζωή σου, εντοπίζεις εύκολα τις επιρροές και τις ιδέες, ενώ κι οι ανατροπές δεν προκύπτουν τόσο συγκλονιστικές) αλλά σίγουρα συναρπαστικό, τρομερά σκηνοθετημένο (κάνει-ως συνήθως- καταπληκτικά πράγματα με την φιλμική διάσταση της διάρκειας: όπως στο Inception, που ο χρόνος κυλούσε με άλλη ταχύτητα σε κάθε επίπεδο του ονείρου, έτσι κι εδώ, η χρονικότητα διαιρείται σε γήινη και διαστημική, δημιουργώντας υπέροχες δραματουργικές ασυγχρονίες) με σασπένς, ατμόσφαιρα, φοβερό ρυθμό -τα 169 λεπτά περνάνε χωρίς να το καταλάβεις-, αναμενόμενα άψογο στους τεχνικούς τομείς, μεγαλεπήβολο τόσο σε επίπεδο πρόθεσης, όσο και σαν αποτέλεσμα.

Το Interstellar είναι μια ωραιότατη ταινία είδους, από έναν σκηνοθέτη που το κατέχει το άθλημα αλλά δεν είναι ούτε Ταρκόφσκι, ούτε Μάλικ (ο Ταραντίνο τις έκανε τις αδιανόητες συγκρίσεις). Ποιοτικό σινεμά μεγάλου κοινού, από έναν φοβερό filmmaker με καλλιτεχνικές ανησυχίες που δεν μπορεί να ξεπεράσει το γεγονός ότι δουλεύει για τα μεγάλα studios. Μέχρι εκεί όμως. Και είναι καλά εκεί. Δεν είναι λίγο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑