Maggie’s Plan

Σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Μίλερ

Παίζουν: Γκρέτα Γκέργουιγκ, Ίθαν Χοκ, Τζούλιαν Μουρ

Διάρκεια: 92’

«Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελά», υποστηρίζει το πασίγνωστο γνωμικό. Ανεξάρτητα με το όποιο θεϊκό γέλιο, όταν Η Μάγκι έχει σχέδιο, σίγουρα όλοι θα καταλήξουν να χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο, με πρώτη απ’ όλους την ίδια. Διότι η Μάγκι είναι εθισμένη στην κατάστρωση πολύπλοκων σχεδίων, όχι όμως με την εμμονή ενός ανθρώπου προσηλωμένου στην επίτευξη στόχων και στο επακόλουθο κυνήγι νέων απάτητων κορυφών. Η Μάγκι, αντιθέτως, γοητεύεται από τη σύνθετη φύση των σχεδίων της, από την πλάγια χειραγώγηση των ανθρώπων που την περιβάλλουν και, κατά βάθος, από το ατελείωτο κυνήγι της ουράς της.

Η Μάγκι βρίσκει στα σχέδιά της  (ή για να ακριβολογούμε, στην ιερή διαδικασία του σχεδιασμού) μία κάποια ανακούφιση από τον μονίμως ευρισκόμενο σε υπερθέρμανση εγκέφαλό της και τις σταθερά ανικανοποίητες ευαισθησίες της. Ή έστω, τέλος πάντων, αυτό προσπαθεί να μας πείσει η ταινία, φτιάχνοντας μία κεντρική ηρωίδα με τον γνώμονα της ολόκληρης πίτας και του χορτάτου σκύλου. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό.

Maggie's Plan 3

Η ταινία της Ρεμπέκα Μίλερ διαθέτει α) αδιόρατες αρετές, β) θέλγητρα βιτρίνας και γ) χτυπητές αδυναμίες, με την ίδια να ποντάρει όλες τις μάρκες της στο β), αποσιωπώντας το α) και αφήνοντας εκτεθειμένο το γ). Ξεκινώντας από τις διάφορες μικρές χάρες που δεν φαίνονται άνετα με γυμνό μάτι, θα προσπεράσουμε την αρχική στρώση ψυχαναγκαστικής χαριτωμενιάς και θα εστιάσουμε σε μία καλοδεχούμενη αίσθηση ακανόνιστου. Η Μίλερ μας αφήνει ανά στιγμές (και μακάρι να μην ήταν μόνο στιγμιαίο) σε μία αίσθηση πλήρους έλλειψης προσανατολισμού και κατεύθυνσης. Οι απότομες αλλαγές, παρεκκλίσεις, αποκλίσεις, τεθλασμένες πορείες των ηρώων της φτάσουν σε μας δίχως κάποια διαμεσολάβηση ή προειδοποιητική πινακίδα.

Αντιλαμβανόμαστε τους χαρακτήρες της ως αυθεντικά ελαττωματικούς, σαρδανάπαλους και επιπόλαιους και συμπάσχουμε με τη συνεχή ασυντόνιστη και άστοχη αναζήτηση ευτυχίας, στην οποία επιδίδονται. Όχι ακριβώς επειδή μας πείθουν οι ίδιοι για αυτό, αλλά γιατί μας έχει υποβάλει σε μία ανάλογη διάθεση η κινηματογράφηση. Η Μάγκι έχει σχέδιο μεν, αλλά οι παίκτες (και κατ’ επέκταση οι θεατές) που εμπλέκονται σε αυτό, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, δείχνουν έρμαια ενός δεύτερου αλλοπρόσαλλου σχεδίου, που ακυρώνει μονομιάς το πρώτο.

Maggie's Plan
Η Μίλερ, όμως, αντί να αφεθεί ολόψυχα σε όλα τα παραπάνω, προσπαθεί να στρογγυλέψει όλες τις άκρες και να σαγηνεύσει με τους πλέον προφανείς τρόπους. Όπως με το πλούσιο καστ των Γκρέτα Γκέργουιγκ, Ίθαν Χοκ και Τζούλιαν Μουρ. Η πρώτη περιδιαβαίνει τα γνωστά μονοπάτια της –με το ζόρι, θα σας δείξω ότι είμαι πολύ σκεπτόμενη και ετοιμόλογη- φλυαρίας και της χίπστερ ευαισθησίας, καταφέρνοντας, βέβαια, να μεταδώσει μία, έστω και μονίμως στην τσίτα, αθωότητα που χαρίζει πόντους συμπάθειας σε ένα χαρακτήρα που φλερτάρει εντόνως με την αντιπάθεια.

Ο δεύτερος υποδύεται με περισσή άνεση, και δίχως κάποια τρομερή έξαρση, τον νευρωτικό ακαδημαϊκό wannabe συγγραφέα, ο οποίος στρέφεται ολόψυχα στο ντάντεμα των γυναικών για να καλύψει τις δικές του αδυναμίες, σε ένα ρόλο όπου θα ήταν μάλλον προτιμότερο να αφήνεται ολοκληρωτικά στην αυτό-παρωδία. Η τρίτη επιπλέει με στα λιμνάζοντα νερά μίας τραβηγμένης από τα μαλλιά περσόνας, ακριβώς επειδή ποντάρει στο πλεόνασμα αντί για τη μετριοπάθεια, πλαισιώνοντας δηλαδή την πρόχειρη σεναριακή υπερβολή με μία ηθελημένα υπερβολική ερμηνεία.

Maggie's Plan 5

Το βασικό πρόβλημα, πάντως, διαχέεται στους εξής τρεις άξονες. Πρώτον, στη μάστιγα του γουντιαλενικού μιμητισμού, που υποβόσκει από την πρώτη στιγμή, διογκώνεται στην πορεία και βρυχάται στο φινάλε. Δεύτερον, στο ότι στις κομβικές συγκρουσιακές διασταυρώσεις και καθώς προχωρούμε προς την τελική λύση του «σχεδίου», οι τρεις βασικοί ήρωες υποτάσσονται πλήρως στο γνώριμο πατενταρισμένο μοτίβο του indie σύμπαντος, χάνοντας την αληθινά ψεύτικη/ψευδώς αληθινή υπόσταση ενός αυθεντικού κινηματογραφικού ήρωα.

Τρίτον, σε μία γενικότερη ατολμία ανάμεσα στη στρεβλωμένη και αναποδογυρισμένη πικρή κωμωδία που αμφισβητεί το παραδοσιακό της σκέλος και την, σε τελική ανάλυση, same old cute story, που πειραματίζεται ώς εκεί που αντέχει και μετά επιστρέφει στη γλυκιά θαλπωρή της ασφάλειας. Υπό τον φόβο της υπερβολής σε αμφότερες τις κατευθύνσεις, Η Μάγκι (που) έχει σχέδιο μένει κοκαλωμένη και δεν μπορεί να πάει μήτε μπρος μήτε πίσω. Και επιβεβαιώνει την υποψία ότι το επίσημο indie κύκλωμα έχει μεταμορφωθεί σε μία συγκεκαλυμμένα mainstream βιομηχανία.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑